ένωση

ουσιαστικό

1. Η πράξη ή το αποτέλεσμα της σύνδεσης δύο ή περισσοτέρων μερών σε ενιαίο σύνολο.

2. Συλλογικό σώμα ή οργανισμός που σχηματίζεται από άτομα, σωματεία ή κράτη για κοινό σκοπό ή συμφέρον.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ένωση των κρατών αποσκοπούσε στην ελεύθερη μετακίνηση των πολιτών.
  • Η ένωση των εργαζομένων κήρυξε απεργία διεκδικώντας καλύτερους μισθούς.
  • Ο γάμος τους ήταν η ένωση δύο οικογενειών.
  • Η ένωση των σωλήνων έγινε με ειδικό εξάρτημα.
  • Στη θεωρία συνόλων, η ένωση A ∪ B περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία που ανήκουν στο A ή στο B.
  • Η χημική ένωση παρουσίασε διαφορετικές ιδιότητες από τα στοιχεία της.