ένωση
ουσιαστικό1. Η πράξη ή το αποτέλεσμα της σύνδεσης δύο ή περισσοτέρων μερών σε ενιαίο σύνολο.
2. Συλλογικό σώμα ή οργανισμός που σχηματίζεται από άτομα, σωματεία ή κράτη για κοινό σκοπό ή συμφέρον.
Συνώνυμα
συνένωση ενότητα συμβολή συντεχνία ενοποίηση συσπείρωση σμίξιμο σύνδεση συγχώνευση οργάνωση σύνδεσμος συνδικάτο σωματείο σύλλογος ομοσπονδία συμμαχία συνασπισμός γάμος συνουσία κοινότητα σύμβαση σύνθεση ομάδα κοινωνία λέσχη δεσμός οργανισμός συνδυασμός άρθρωση επανένωση συρραφή σύγκλιση σύμπραξη ζεύξη ενσωμάτωση συγκόλληση ραφή σύντηξη σύζευξη προσάρτηση συμπύκνωση συμπαράταξη κοινοπολιτεία ομοφωνία διασύνδεση πρόσθεση συναρμολόγηση
Αντώνυμα
διάσπαση διαίρεση διάλυση χωρισμός διαχωρισμός αποσύνδεση αποκοπή αποξένωση διάκενο ρήγμα ρήξη σπάσιμο σχίσμα χάσμα λύση διάρρηξη κόψιμο κάταγμα αποσχισμός θρυμματισμός κατακερματισμός κοπή ρωγμή χώρισμα απομόνωση αποκόλληση διαχωριστικό απόσταση διαζύγιο τρύπα κεφάλαια σκάσιμο σχισμή σχίσιμο απομάκρυνση αποχώρηση αποσύνθεση διάσταση τομή διασπορά ανάλυση διασκορπισμός
Παραδείγματα χρήσης
- Η ένωση των κρατών αποσκοπούσε στην ελεύθερη μετακίνηση των πολιτών.
- Η ένωση των εργαζομένων κήρυξε απεργία διεκδικώντας καλύτερους μισθούς.
- Ο γάμος τους ήταν η ένωση δύο οικογενειών.
- Η ένωση των σωλήνων έγινε με ειδικό εξάρτημα.
- Στη θεωρία συνόλων, η ένωση A ∪ B περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία που ανήκουν στο A ή στο B.
- Η χημική ένωση παρουσίασε διαφορετικές ιδιότητες από τα στοιχεία της.