κατάλυση
ουσιαστικό1. Διαδικασία ή αποτέλεσμα κατά το οποίο ένας θεσμός, νόμος, πολιτικό σύστημα ή μορφή εξουσίας παύει να έχει εφαρμογή ή λειτουργία, με αποτέλεσμα τη ριζική μεταβολή των αρμοδιοτήτων και δομών που το χαρακτήριζαν.
Συνώνυμα
κατάλυμα διαμονή διανυκτέρευση κατάργηση παραμονή στέγαση στέγη φιλοξενία ακύρωση διάλυση ανατροπή αναίρεση επιτάχυνση κατανάλωση λύση γεύμα ξενώνας ξενοδοχείο εξάλειψη παύση καταστροφή παραβίαση
Αντώνυμα
εγκαθίδρυση ίδρυση θεσμοθέτηση δημιουργία διατήρηση έξωση αστεγία αναστολή επιβράδυνση νηστεία αποκατάσταση αδρανοποίηση εφαρμογή συντήρηση
Παραδείγματα χρήσης
- Η κατάλυση της αυτοκρατορίας άλλαξε την πορεία της ιστορίας.
- Σε αυτό το εργαστήριο μελετούν την κατάλυση των χημικών αντιδράσεων.
- Η πολιτική κατάλυση του θεσμού προκάλεσε έντονες αντιδράσεις.
- Η κατάλυση του κοινοβουλίου θεωρήθηκε αντιδημοκρατική ενέργεια.
- Η αιφνίδια κατάλυση του φραγμού επέτρεψε την πρόσβαση στην περιοχή.