συνέδριο
ουσιαστικό1. Συγκέντρωση προσώπων, συνήθως επιστημόνων, επαγγελματιών ή εκπροσώπων οργανισμών, για παρουσίαση εργασιών, ανταλλαγή γνώσεων, συζήτηση θεμάτων και ενημέρωση.
Συνώνυμα
συνδιάσκεψη κόγκρεσο σύσκεψη συνεδρία συνέλευση ημερίδα συμπόσιο σεμινάριο συνεδρίαση σύνοδος συνάντηση συγκέντρωση φόρουμ σύναξη εκδήλωση συνάθροιση συνάξη πάρτι συμβούλιο
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Παρουσίασα εργασία στο συνέδριο για την τεχνητή νοημοσύνη.
- Το συνέδριο του κόμματος αποφάσισε την αλλαγή ηγεσίας.
- Το ετήσιο συνέδριο τεχνολογίας συγκέντρωσε ειδικούς από όλο τον κόσμο.
- Κατά το συνέδριο εγκρίθηκαν οι νέοι κανονισμοί λειτουργίας.
- Τα συνέδρια προσφέρουν ευκαιρίες δικτύωσης και ανταλλαγής ιδεών.