διοίκηση
ουσιαστικό1. Ενέργεια και διαδικασία οργάνωσης, καθοδήγησης και ελέγχου πόρων, δραστηριοτήτων και προσωπικού με σκοπό την επίτευξη στόχων ενός οργανισμού ή φορέα.
Συνώνυμα
διεύθυνση ηγεσία κυβέρνηση διακυβέρνηση μάνατζμεντ διαχείριση εξουσία αρχή καθεστώς ηγεμονία επικυριαρχία επιτελείο αυθεντία γραφείο πολιτεία τιμόνι κράτος κουμάντο αρχηγία επίβλεψη εποπτεία γραμματεία επιτροπή καθοδήγηση κατεύθυνση τεχνοκρατία επιμέλεια πολιτική έλεγχος υπουργείο οικονομία οργάνωση πολίτευμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η διοίκηση της εταιρείας ανακοίνωσε την αναδιάρθρωση.
- Υπάρχουν καθυστερήσεις στη διοίκηση των δημόσιων υπηρεσιών.
- Η διοίκηση του νοσοκομείου ανέλαβε την ευθύνη για τα νέα μέτρα.
- Ζητήσαμε από τη διοίκηση να επανεξετάσει την απόφαση.
- Η αποτελεσματική διοίκηση των οικονομικών απαιτεί προσεκτικό προγραμματισμό.