απόθεση

ουσιαστικό

1. Εναπόθεση υλικών σε επιφάνεια ή σε στρώματα, με αποτέλεσμα τη συγκέντρωση ιζημάτων ή στρωμάτων, όπως σε ποτάμια, λίμνες ή γεωλογικά στρώματα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η απόθεση ιζημάτων στο δέλτα του ποταμού αλλοιώνει το τοπίο.
  • Η απόθεση αποβλήτων στη χωματερή έχει σοβαρές περιβαλλοντικές συνέπειες.
  • Η απόθεση λεπτού στρώματος χρυσού στην επιφάνεια έγινε με ελεγχόμενη μέθοδο.
  • Η απόθεση των ρούχων στο καλάθι έγινε πριν φύγουμε.
  • Η απόθεση πάγου στα παράθυρα το χειμώνα δημιουργεί όμορφα σχέδια.