αποσυγκέντρωση

ουσιαστικό

1. Η διαδικασία ή κατάσταση κατά την οποία μειώνεται η συγκέντρωση ανθρώπων, πόρων, εξουσίας ή δραστηριοτήτων και διασπείρονται σε ευρύτερη γεωγραφική ή λειτουργική περιοχή.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αποσυγκέντρωση του μαθητή κατά τη διάρκεια του μαθήματος επηρέασε την επίδοσή του.
  • Η αποσυγκέντρωση των δημόσιων υπηρεσιών βοήθησε τις περιφέρειες να έχουν καλύτερη εξυπηρέτηση.
  • Η αποσυγκέντρωση των επιχειρήσεων από το κέντρο της πόλης μείωσε την κυκλοφοριακή συμφόρηση.
  • Η αποσυγκέντρωση των διαδηλωτών έγινε ειρηνικά μετά τις διαπραγματεύσεις με τις αρχές.
  • Η αποσυγκέντρωση των εξειδικευμένων τμημάτων σε διάφορα υποκαταστήματα βελτίωσε την αποτελεσματικότητα.