αποσυγκέντρωση
ουσιαστικό1. Η διαδικασία ή κατάσταση κατά την οποία μειώνεται η συγκέντρωση ανθρώπων, πόρων, εξουσίας ή δραστηριοτήτων και διασπείρονται σε ευρύτερη γεωγραφική ή λειτουργική περιοχή.
Συνώνυμα
αποκέντρωση διασπορά διάσπαση σκόρπισμα διάσπαρση διασκόρπιση αποσυμφόρηση διασκορπισμός διάχυση διαμοιρασμός διάλυση θρυμματισμός αφηρημάδα απροσεξία απομάκρυνση
Αντώνυμα
συγκέντρωση κεντροποίηση συναγωγή σύναξη συσσώρευση εστίαση προσήλωση συνάθροιση συσπείρωση συγκεντρωτισμός συλλογή κινητοποίηση μάζωξη σύγκλιση έμφαση
Παραδείγματα χρήσης
- Η αποσυγκέντρωση του μαθητή κατά τη διάρκεια του μαθήματος επηρέασε την επίδοσή του.
- Η αποσυγκέντρωση των δημόσιων υπηρεσιών βοήθησε τις περιφέρειες να έχουν καλύτερη εξυπηρέτηση.
- Η αποσυγκέντρωση των επιχειρήσεων από το κέντρο της πόλης μείωσε την κυκλοφοριακή συμφόρηση.
- Η αποσυγκέντρωση των διαδηλωτών έγινε ειρηνικά μετά τις διαπραγματεύσεις με τις αρχές.
- Η αποσυγκέντρωση των εξειδικευμένων τμημάτων σε διάφορα υποκαταστήματα βελτίωσε την αποτελεσματικότητα.