αποσύνθεση

ουσιαστικό

1. Διαδικασία ή αποτέλεσμα χημικής διάσπασης ενός σύνθετου υλικού σε απλούστερες ουσίες, με αλλαγή της χημικής σύστασης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αποσύνθεση των φύλλων στο έδαφος τροφοδοτεί το έδαφος με θρεπτικά συστατικά.
  • Η αποσύνθεση των ενώσεων επιταχύνεται με αυξημένη θερμοκρασία.
  • Η αποσύνθεση του πολιτικού συστήματος προκάλεσε δυσπιστία στους πολίτες.
  • Η αποσύνθεση ενός πίνακα σε ιδιοτιμές και ιδιοδιανύσματα βοηθά στην επίλυση γραμμικών συστημάτων.
  • Η αποσύνθεση των τροφίμων μπορεί να δημιουργήσει επικίνδυνες τοξίνες αν δεν διατηρηθούν σωστά.