σύσταση
ουσιαστικό1. Η σύνθεση και η αναλογία των στοιχείων ή ουσιών από τα οποία αποτελείται ένα σώμα, μείγμα ή υλικό.
2. Έγγραφη ή προφορική εισήγηση που προτείνει, υποστηρίζει ή συστήνει πρόσωπο, προϊόν ή υπηρεσία σε επαγγελματικό ή κοινωνικό πλαίσιο.
Συνώνυμα
σύνθεση συγκρότηση συμβουλή υπόδειξη επίπληξη παραίνεση δομή σχηματισμός ίδρυση εγκαθίδρυση δημιουργία κατάρτιση πρόταση προτροπή παρατήρηση ψόγος φύση γνωριμία σύνταξη παρουσίαση μέμφση διαταγή οδηγία προειδοποίηση σύστημα ποιότητα άνοιγμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο διευθυντής έκανε σύσταση στον υπάλληλο να τηρεί το ωράριο.
- Ζήτησα σύσταση από τον καθηγητή για την αίτηση στο μεταπτυχιακό.
- Η σύσταση της ομάδας περιλαμβάνει μηχανικούς και βιολόγους.
- Η σύσταση της νέας επιτροπής ανακοινώθηκε χθες.
- Η γιατρός έδωσε σύσταση να μειώσω τη ζάχαρη στη διατροφή μου.