διάταξη
ουσιαστικό1. Τρόπος οργάνωσης και τοποθέτησης των μερών ενός συστήματος ή συνόλου με συγκεκριμένη σειρά ή σχέδιο.
2. Σχεδιασμός ή διάταξη αντικειμένων, εξοπλισμού ή χώρων με σκοπό την εξυπηρέτηση συγκεκριμένης λειτουργίας.
Συνώνυμα
διαρρύθμιση παράταξη διάρθρωση ρύθμιση ταξινόμηση τοποθέτηση οργάνωση συσκευή σειρά ακολουθία τάξη δομή στήσιμο συστοιχία πρόβλεψη ρήτρα σύνθεση τακτοποίηση κανόνας νόμος πράξη άρθρο όρος σύστημα πρόνοια κατασκευή κανονισμός διαδοχή διαμόρφωση σχεδίαση σχέδιο μηχανισμός εγκατάσταση προδιαγραφή σχηματισμός διάταγμα μοτίβο σχεδιασμός πρόγραμμα διαταγή νομοθεσία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η διάταξη του νόμου απαγορεύει την καύση απορριμμάτων.
- Η διάταξη των επίπλων στο σαλόνι κάνει το χώρο πιο λειτουργικό.
- Η διάταξη του μηχανισμού βελτίωσε την απόδοση της μηχανής.
- Η διάταξη του κυκλώματος αποτρέπει παρεμβολές και μειώνει τον θόρυβο.
- Η διάταξη των στρατευμάτων στο πεδίο μάχης προσαρμόστηκε στην τοπογραφία.