συγχώνευση
ουσιαστικό1. Διαδικασία κατά την οποία δύο ή περισσότερες επιχειρήσεις, οργανισμοί ή νομικά πρόσωπα εντάσσονται σε έναν κοινό νομικό και λειτουργικό φορέα, με στόχο τη συγκέντρωση πόρων και την αύξηση της αποδοτικότητας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η συγχώνευση των δύο εταιρειών ολοκληρώθηκε χθες.
- Οι εργαζόμενοι φοβήθηκαν τη συγχώνευση των τμημάτων και τις αλλαγές στις αρμοδιότητες.
- Ο προγραμματιστής έκανε συγχώνευση των βάσεων δεδομένων για να αποφύγει την επανάληψη εγγραφών.
- Η συγχώνευση διαφορετικών γεύσεων στη νέα συνταγή ήταν πραγματικά επιτυχημένη.
- Η συγχώνευση των κυττάρων παρατηρήθηκε στο εργαστήριο κατά τη διάρκεια του πειράματος.