τάγμα
ουσιαστικό1. Στρατιωτική μονάδα μέσου μεγέθους, αποτελούμενη από λόχους ή αντίστοιχες υπομονάδες και διοικούμενη από ταγματάρχη, που εντάσσεται σε μεγαλύτερο σχηματισμό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το τάγμα προχώρησε αθόρυβα προς τη θέση του εχθρού.
- Εντάχθηκε σε ένα τάγμα μοναχών και αφιέρωσε τη ζωή του στη σιωπή.
- Οι στρατιώτες εκτέλεσαν το τάγμα χωρίς ερώτηση.
- Του απονεμήθηκε το τάγμα του Φοίνικα για τις υπηρεσίες του στο κράτος.
- Τον έστειλαν σε εργατικό τάγμα κατά τη διάρκεια της σύρραξης.