ακύρωση

ουσιαστικό

1. Ενέργεια ή αποτέλεσμα του να καταστεί κάτι άκυρο ή χωρίς ισχύ, δηλαδή η παύση της ισχύος ή της αναγνωρισιμότητάς του.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

επιβεβαίωση έγκριση επικύρωση πραγματοποίηση συνέχιση διάταγμα εξουσιοδότηση επιβολή επιφύλαξη θεώρηση καταχώριση κλήση κράτημα παραγγελία πιστοποίηση προώθηση υλοποίηση ψήφισμα ραντεβού παράσταση συμβόλαιο κράτηση υπογραφή εφαρμογή συνεδρία συναλλαγή παραγωγή ανανέωση διαμόρφωση εδραίωση επαναφορά κατάρτιση καταχώρηση νομιμοποίηση εκτέλεση διεκπεραίωση διατήρηση ανάδειξη αποκατάσταση αποτύπωση βεβαίωση διακανονισμός δρομολόγιο εγγραφή εκπλήρωση εορτασμός κατάσχεση ολοκλήρωση περάτωση πρότζεκτ πυροδότηση ρύθμιση συνδρομή τοποθέτηση συνάντηση παρασκευή ένταλμα αποτύπωμα εισιτήριο δικαίωμα πρόσκληση έκδοση εκδήλωση δίπλωμα αποστολή συνεδρίαση σφραγίδα γύρισμα δέσμευση εκτόξευση καταγραφή έναυσμα ανάθεση διορισμός εγχείρημα εκλογή επανέναρξη ντιλ συνάρτηση έναρξη ανάρτηση μεταβίβαση συμβολή τεκμήριο κάθισμα παρουσίαση ψηφοφορία ενεργοποίηση επέκταση επαλήθευση προσθήκη συμπλήρωση δικαίωση

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ακύρωση της πτήσης έγινε λόγω κακοκαιρίας.
  • Ζήτησα την ακύρωση της κράτησης και έλαβα επιβεβαίωση με email.
  • Η ακύρωση του συμβολαίου απαιτούσε νομική συμβουλή.
  • Μετά την ακύρωση της συναλλαγής, τα χρήματα επιστράφηκαν στον λογαριασμό.
  • Ο χρήστης επέλεξε την ακύρωση της συνδρομής μέσω του λογαριασμού του.