σύνοδος

ουσιαστικό

1. Συγκέντρωση ή σύναξη προσώπων για συζήτηση, συντονισμό ενεργειών ή λήψη συλλογικών αποφάσεων.

2. Συνεδρίαση ή συλλογικό όργανο, ιδίως εκκλησιαστικής ή διοικητικής φύσης, που συνεδριάζει και αποφασίζει για θέματα δογματικά, διοικητικά ή οργανωτικά.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η σύνοδος κορυφής των ηγετών ολοκληρώθηκε αργά τη νύχτα.
  • Η σύνοδος της Εκκλησίας συζήτησε αλλαγές στο λειτουργικό.
  • Κατά τη σύνοδο των πλανητών, οι αστρονόμοι τράβηξαν φωτογραφίες.
  • Η επιστημονική σύνοδος συγκέντρωσε ερευνητές από όλο τον κόσμο.
  • Αποφασίστηκε ότι η σύνοδος θα επαναληφθεί σε έξι μήνες.