ενοποίηση

άλλο

1. Η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του να συνδέονται χωριστά μέρη, στοιχεία ή συστήματα σε ένα ενιαίο σύνολο.

2. Η εναρμόνιση ή η συγχώνευση διαφορετικών μονάδων, οργανισμών ή λειτουργιών ώστε να λειτουργούν μαζί.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ενοποίηση των δύο εταιρειών ολοκληρώθηκε μετά από μήνες διαπραγματεύσεων.
  • Για την ενοποίηση των οικονομικών καταστάσεων απαιτείται ενιαία λογιστική πολιτική.
  • Η ενοποίηση των βάσεων δεδομένων βελτίωσε την ταχύτητα και την ακρίβεια των αναλύσεων.
  • Η ενοποίηση των περιφερειών στόχευε στην αποτελεσματικότερη διακυβέρνηση και κατανομή πόρων.
  • Στην εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, η ενοποίηση των τάξεων προώθησε τη συνεργασία μεταξύ των μαθητών.