συμβόλαιο
ουσιαστικό1. Συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσότερων μερών, γραπτή ή προφορική, που καθορίζει δικαιώματα και υποχρεώσεις και παράγει νομικές συνέπειες.
2. Έγγραφο στο οποίο καταγράφονται οι όροι της συμφωνίας και το οποίο χρησιμεύει ως απόδειξη των συμφωνηθέντων.
Συνώνυμα
σύμβαση συμφωνητικό συμφωνία ασφαλιστήριο μισθωτήριο συνθήκη συναλλαγή ντιλ σύμφωνο έγγραφο μνημόνιο πρωτόκολλο αγοραπωλησία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Υπέγραψαν το συμβόλαιο παρουσία του δικηγόρου.
- Το συμβόλαιο εργασίας προβλέπει συγκεκριμένες ώρες και αμοιβή.
- Ακύρωσαν το συμβόλαιο ασφάλισης μετά το ατύχημα.
- Το συμβόλαιο μίσθωσης του διαμερίσματος λήγει τον Δεκέμβριο.
- Ο ηθοποιός ανανέωσε το συμβόλαιο του για δύο ακόμα σεζόν.