σύνδεσμος
ουσιαστικό1. Ομάδα, ένωση ή δίκτυο ατόμων και φορέων που συγκροτείται για την προώθηση κοινών σκοπών, ενδιαφερόντων ή δραστηριοτήτων.
Συνώνυμα
συλλόγος σωματείο ένωση λέσχη δέσμος δεσμός σύλλογος σύνδεση οργάνωση ομοσπονδία όμιλος συνδετήρας συντεχνία αλυσίδα αδελφότητα συμμαχία οργανισμός διασύνδεση δέσιμο κύκλωμα γέφυρα δίαυλος διεύθυνση κοινότητα κόμβος σύζευξη διαμεσολαβητής κρίκος παραπομπή ζεύξη συνεταιρισμός ομάδα παρέα κύκλος συντροφιά σχέση κοινωνία καρτέλ ακαδημία εξάρτημα συνάφεια άρθρωση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάνε κλικ στον σύνδεσμο για να διαβάσεις το άρθρο.
- Ο σύνδεσμος στον αστράγαλο τραυματίστηκε στο παιχνίδι.
- Ο σύνδεσμος των αποφοίτων οργανώνει την ετήσια συνάντηση.
- Το μηχάνημα έσπασε επειδή έλειπε ένας σύνδεσμος που συγκρατούσε τα γρανάζια.
- Ο σύνδεσμος 'αλλά' αλλάζει το νόημα της πρότασης.