μάζωξη
ουσιαστικό1. Συνάθροιση πολλών στοιχείων, αντικειμένων ή ατόμων σε περιορισμένο ή καθορισμένο χώρο, με μορφή συλλογής ή πυκνής συγκέντρωσης.
2. Η κατάσταση ή το αποτέλεσμα της συγκέντρωσης, όταν πράγματα ή πόροι έχουν μαζευτεί σε μια ενότητα.
Συνώνυμα
συγκέντρωση συνάθροιση μάζωμα μάζεμα συλλογή συσσώρευση συσσώρεμα συγκέντρωμα συναθροισμός συνάντηση συνέλευση σύναξη γλέντι διαδήλωση τσιμπούσι παρέα μπουλούκι συνωστισμός πάρτι συνεδρία σύσκεψη συνδιάσκεψη
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η μάζωξη των ανθρώπων στην πλατεία έγινε χωρίς άδεια.
- Υπήρξε μεγάλη μάζωξη νερού στον κήπο μετά τη βροχή.
- Η μάζωξη πληροφοριών από διαφορετικές πηγές χρειάζεται προσοχή.
- Πρότειναν μια μικρή μάζωξη φίλων για τα γενέθλια.
- Η μάζωξη πλαστικών απορριμμάτων στην παραλία προκάλεσε ανησυχία.