διαμόρφωση
ουσιαστικό1. Διαδικασία ή αποτέλεσμα της παροχής μορφής, σχήματος ή δομής σε ένα αντικείμενο, χώρο ή σύστημα.
2. Τρόπος οργάνωσης ή κατανομής των στοιχείων που συγκροτούν ένα σύνολο, με συγκεκριμένη μορφή ή λειτουργία.
Συνώνυμα
σχηματισμός μορφοποίηση ρύθμιση διαρρύθμιση πλάσιμο σχεδιασμός δομή προσαρμογή ανάπλαση οργάνωση σχηματοποίηση διατύπωση διάρθρωση κατάρτιση στήσιμο σύνθεση κατασκευή δημιουργία εξέλιξη μορφή φτιάξιμο σύνταξη ανάπτυξη διάταξη διευθέτηση προγραμματισμός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η διαμόρφωση του χώρου έγινε με απλά έπιπλα και φυτά.
- Η διαμόρφωση της δημόσιας γνώμης απαιτεί αξιόπιστη ενημέρωση.
- Στη διαμόρφωση της πολιτικής συμμετείχαν πολλοί εμπειρογνώμονες.
- Η διαμόρφωση των ρυθμίσεων στο λογισμικό είναι απλή διαδικασία.
- Ζητήσαμε τη διαμόρφωση ενός προσαρμοσμένου σχεδίου για το έργο.
- Η διαμόρφωση του τοπίου άλλαξε την εικόνα ολόκληρης της περιοχής.