συγκόλληση
ουσιαστικό1. Διαδικασία ένωσης δύο ή περισσοτέρων υλικών με τοπική τήξη, πίεση ή χρήση συγκολλητικού υλικού, ώστε τα μέρη να σχηματίσουν ενιαία σύνδεση.
Συνώνυμα
κόλληση επικόλληση ένωση σύνδεση προσκόλληση συνένωση δεσμός συνοχή συρραφή συγχώνευση τήξη κόλλημα σύντηξη ενσωμάτωση σφράγισμα σύζευξη δέσιμο άρθρωση ενοποίηση επανασύνδεση προσάρτηση ραφή σφράγιση σύγκλιση
Αντώνυμα
αποκόλληση αποσύνδεση διαχωρισμός αποκοπή ρήγμα τομή διάρρηξη κόψιμο κοπή ξεκόλλημα ρωγμή διάσπαση διάλυση αποσυναρμολόγηση χωρισμός διάκενο διαχωριστικό ρήξη χάσμα κάταγμα τρύπα αποσχισμός θρυμματισμός σκάσιμο σχισμή σχίσιμο χώρισμα διαίρεση σπάσιμο αποσύνθεση διάσταση διασκορπισμός κατακερματισμός τρίψιμο
Παραδείγματα χρήσης
- Η συγκόλληση των μεταλλικών σωλήνων έγινε με ηλεκτρικό τόξο.
- Η συγκόλληση των επαφών στο κύκλωμα ήταν αδύναμη και προκάλεσε βραχυκύκλωμα.
- Η συγκόλληση των σελίδων στο βιβλίο κράτησε για χρόνια.
- Η συγκόλληση των κυττάρων στο εργαστήριο επιτρέπει μελέτες της ανάπτυξης.
- Η συγκόλληση της ομάδας μετά την κρίση ήταν καθοριστική για την επιτυχία.