αποκατάσταση
ουσιαστικό1. Επαναφορά ενός αντικειμένου, κτιρίου, έργου ή δομής στην προηγούμενη μορφή, κατάσταση ή λειτουργία του μετά από φθορά, βλάβη ή αλλοίωση.
Συνώνυμα
επισκευή επιδιόρθωση ανακαίνιση ανακατασκευή αναστήλωση επανόρθωση επαναφορά επανένταξη ανάρρωση δικαίωση ανασυγκρότηση αποζημίωση διακανονισμός θεραπεία διόρθωση αναπαλαίωση αναζωογόνηση επανεγκατάσταση ίαση ανάκαμψη ανάκτηση ανάπαυση συμφιλίωση ξεκούραση ανάνηψη ανανέωση ανόρθωση επανασύνδεση συντήρηση αναπλήρωση επούλωση αθώωση βελτίωση επίλυση τακτοποίηση λύση επιστροφή επανέναρξη περίθαλψη εξιλέωση ξεμπλοκάρισμα
Αντώνυμα
καταστροφή βλάβη ζημιά φθορά επιδείνωση στίγμα τραύμα έκπτωση κατάρρευση αφορισμός διαπόμπευση διώξιμο υποβάθμιση παρακμή διάλυση απώλεια ακύρωση αναίρεση αδρανοποίηση αφαίρεση διασυρμός εκμηδένιση κατάληψη καταποντισμός μπλοκάρισμα περικοπή τραυματισμός κατάσταση πληγή κόψιμο απαλλοτρίωση απαλοιφή αποπομπή αποστέρηση γελοιοποίηση εξάντληση εξασθένηση εξασθένιση εξολόθρευση κάκωση κατάλυση καταπόνηση κλοπή νόσηση παράλυση παραγκωνισμός υφαρπαγή περιθωριοποίηση σκευωρία απαξίωση αλλοίωση αποδυνάμωση υποχώρηση κατάσχεση καταπίεση ρύπανση ταπείνωση χάραγμα έμφραγμα κάταγμα αντίποινα απομείωση υποβιβασμός
Παραδείγματα χρήσης
- Η αποκατάσταση του ασθενούς μετά το ατύχημα διήρκεσε μήνες.
- Η αποκατάσταση του ιστορικού κτιρίου ολοκληρώθηκε πέρυσι.
- Η αποκατάσταση του δάσους μετά τις πυρκαγιές απαιτεί συνεργασία πολλών φορέων.
- Η αποκατάσταση της αδικίας περιελάμβανε και οικονομική αποζημίωση.
- Η αποκατάσταση των δεδομένων από το αντίγραφο ασφαλείας ολοκληρώθηκε επιτυχώς.