στύλος
ουσιαστικό1. Κάθετο δομικό στοιχείο, συνήθως κυλινδρικό ή τετράγωνο, που στηρίζει κατασκευές ή χρησιμεύει ως διακοσμητικό στοιχείο, αποτελούμενο συχνά από βάση, κορμό και κιονόκρανο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο στύλος του αρχαίου ναού στήριζε τη βαριά στέγη.
- Ο στύλος του φωτισμού στην πλατεία ήταν γεμάτος αφίσες.
- Οι στύλοι της ΔΕΗ στο χωριό χρειάζονται αντικατάσταση.
- Η μητέρα ήταν ο στύλος της οικογένειας τις δύσκολες στιγμές.
- Το αυτοκίνητο χτύπησε τον στύλο και ο δρόμος έκλεισε για λίγο.