συνάντηση

ουσιαστικό

1. Συγκέντρωση ή επικοινωνία προσώπων σε προκαθορισμένο ή συμφωνημένο τόπο και χρόνο για συζήτηση, συνεργασία ή λήψη αποφάσεων.

2. Τυχαία ή απρόσμενη επαφή δύο ή περισσότερων ατόμων σε δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έχουμε συνάντηση αύριο στο γραφείο.
  • Η χθεσινή συνάντηση με την Ελένη ήταν ευχάριστη.
  • Πετύχαμε μια τυχαία συνάντηση στο δρόμο.
  • Η συνάντηση κορυφής συγκέντρωσε πολλούς ηγέτες.
  • Η συνάντηση των δύο ομάδων ήταν συναρπαστική.
  • Έχω συνάντηση με τον γιατρό στις δέκα.