συνάντηση
ουσιαστικό1. Συγκέντρωση ή επικοινωνία προσώπων σε προκαθορισμένο ή συμφωνημένο τόπο και χρόνο για συζήτηση, συνεργασία ή λήψη αποφάσεων.
2. Τυχαία ή απρόσμενη επαφή δύο ή περισσότερων ατόμων σε δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο.
Συνώνυμα
ραντεβού τετ-α-τετ ημερομηνία επαφή επίσκεψη συνάθροιση σύναξη σύσκεψη συγκέντρωση συνέλευση αντάμωμα αγώνας ματς ραντεβουδάκι γνωριμία εκδήλωση συνεδρίαση συνεδρία συμβολή σύνοδος μάζωξη συναναστροφή συζήτηση συνέδριο διάσκεψη συνδιάσκεψη συμβούλιο ολομέλεια πάρτι συνέντευξη φεστιβάλ διασταύρωση αγώνισμα συμπόσιο επανασύνδεση θέαση κρούση φόρουμ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έχουμε συνάντηση αύριο στο γραφείο.
- Η χθεσινή συνάντηση με την Ελένη ήταν ευχάριστη.
- Πετύχαμε μια τυχαία συνάντηση στο δρόμο.
- Η συνάντηση κορυφής συγκέντρωσε πολλούς ηγέτες.
- Η συνάντηση των δύο ομάδων ήταν συναρπαστική.
- Έχω συνάντηση με τον γιατρό στις δέκα.