συναγωγή
ουσιαστικό1. Χώρος λατρείας και συγκέντρωσης της εβραϊκής κοινότητας όπου τελούνται θρησκευτικές τελετές, προσευχές και μελέτη των ιερών κειμένων.
2. Συγκέντρωση ανθρώπων για κοινό σκοπό, συζήτηση ή λατρευτική δραστηριότητα.
Συνώνυμα
συγκέντρωση συνάθροιση συνέλευση σιναγόγα συλλογή σύναξη πλήθος συνάθροισμα συνεδρίαση σύσκεψη ναός παρέα ομάδα όχλος τσούρμος εκκλησία καρτέλ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η συναγωγή γέμισε με πιστούς για τη μεγάλη γιορτή.
- Η συναγωγή των κατοίκων στην πλατεία έγινε ειρηνικά.
- Η συναγωγή αρχαίων κειμένων της βιβλιοθήκης είναι ανεκτίμητη.
- Η συναγωγή δεδομένων από πολλές πηγές χρειάζεται σχολαστική επεξεργασία.
- Η συναγωγή εμπειριών των νέων προσέφερε πολύτιμες ιδέες για το πρόγραμμα.