τοποθέτηση
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή αποτέλεσμα του να τίθεται κάτι σε συγκεκριμένο σημείο ή θέση, ώστε να βρίσκεται ή να στερεώνεται εκεί.
2. Διαδικασία τοποθέτησης εξοπλισμού, μηχανών ή κατασκευών σε λειτουργική θέση για να λειτουργούν ή να σταθεροποιηθούν.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η τοποθέτηση του πίνακα στο σαλόνι έγινε χθες.
- Η τοποθέτηση του κλιματιστικού απαιτεί τεχνική γνώση.
- Η τοποθέτηση του νέου διευθυντή στο υποκατάστημα ανακοινώθηκε σήμερα.
- Στη συζήτηση, η τοποθέτηση της καθηγήτριας ήταν σαφής και τεκμηριωμένη.
- Η τοποθέτηση του προϊόντος στην αγορά στοχεύει σε νέους καταναλωτές.
- Η τοποθέτηση των κομματιών στο σκάκι ήταν καθοριστική για το αποτέλεσμα.