συντριβή
ουσιαστικό1. Διαδικασία ή αποτέλεσμα της θραύσης ενός σώματος σε κομμάτια, με απώλεια της αρχικής μορφής και λειτουργικότητας.
2. Απότομη και ολοκληρωτική ήττα ή κατάρρευση σε αγώνα, μάχη, διαπραγμάτευση ή γενικότερη ανταγωνιστική αναμέτρηση.
Συνώνυμα
ήττα σύντριψη πανωλεθρία αποτυχία καταστροφή κατάρρευση σύγκρουση πτώση δυστύχημα θραύση σύντριμμα καταποντισμός καταστολή ζημιά δυσλειτουργία θρυμματισμός κατρακύλα σπαραγμός σπάσιμο απογοήτευση διασυρμός ταπείνωση πλήγμα φιάσκο σφαλιάρα απώλεια αποσύνθεση διάλυση ναυάγιο συντέλεια βλάβη κατάπτωση μηδενισμός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η συντριβή του αυτοκινήτου προκάλεσε σοβαρές ζημιές.
- Η συντριβή του αεροπλάνου συγκλόνισε τη χώρα.
- Η ομάδα υπέστη συντριβή στον τελικό του πρωταθλήματος.
- Μετά το χωρισμό βίωσε βαθιά συντριβή.
- Η συντριβή των αγορών οδήγησε σε μεγάλες απώλειες.