διευθέτηση

ουσιαστικό

1. Πράξη ή αποτέλεσμα της τακτοποίησης, της ρύθμισης ή της οργάνωσης στοιχείων, αντικειμένων ή υποθέσεων ώστε να εξασφαλίζεται τάξη, λειτουργικότητα ή αρμονία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η διευθέτηση της διαφωνίας ανάμεσα στους συναδέλφους επιτεύχθηκε μετά από συνάντηση.
  • Η διευθέτηση των οφειλών του πελάτη έγινε σε δόσεις.
  • Η διευθέτηση των ραντεβού για την επόμενη εβδομάδα έγινε ηλεκτρονικά.
  • Η διευθέτηση του ποταμού με αναχώματα μείωσε τον κίνδυνο πλημμύρας.
  • Η διευθέτηση της πληρωμής ολοκληρώθηκε μέσω τραπεζικής μεταφοράς.