κινητοποίηση
ουσιαστικό1. Διαδικασία ή ενέργεια οργάνωσης, επιστράτευσης και διάθεσης ανθρώπινων, υλικών ή άλλων πόρων για την επίτευξη συγκεκριμένου σκοπού.
Συνώνυμα
επιστράτευση δραστηριοποίηση ενεργοποίηση συστράτευση συσπείρωση συγκέντρωση συνάθροιση συναγερμός διέγερση διαμαρτυρία παρακίνηση ξεσηκωμός εκστρατεία διαδήλωση κίνημα μάζεμα απεργία εκκίνηση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κινητοποίηση των εργαζομένων για την απεργία ήταν μαζική.
- Αποφασίστηκε κινητοποίηση δυνάμεων της πυροσβεστικής για την κατάσβεση της φωτιάς.
- Η κυβέρνηση διέταξε κινητοποίηση εφεδρικών μονάδων λόγω του έκτακτου περιστατικού.
- Χρειάστηκε κινητοποίηση πόρων και εθελοντών για την αποκατάσταση των πληγέντων.
- Η κινητοποίηση της κοινότητας βελτίωσε τη συνεργασία και το ηθικό μετά τον σεισμό.