συνένωση

ουσιαστικό

1. Ενέργεια ή αποτέλεσμα της ένωσης δύο ή περισσοτέρων μερών, στοιχείων ή μονάδων σε ένα ενιαίο σύνολο.

2. Η κατάσταση ή το νέο σύνολο που προκύπτει από αυτή τη διαδικασία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η συνένωση των δύο εταιρειών ολοκληρώθηκε χθες.
  • Μια συνένωση πολιτικών δυνάμεων μπορεί να αλλάξει το εκλογικό τοπίο.
  • Η συνένωση αρχείων σε ένα έγγραφο διευκολύνει την αρχειοθέτηση.
  • Η συνένωση κυττάρων στο εργαστήριο παρατηρήθηκε μετά την προσθήκη του ρυθμιστικού παράγοντα.
  • Για την επεξεργασία εικόνας χρειάζεται σωστή συνένωση των στρωμάτων.