δομή
ουσιαστικό1. Σύνολο μερών ή στοιχείων διατεταγμένων και συνδεδεμένων μεταξύ τους με τρόπο που σχηματίζει κατασκευή ή κατασκεύασμα, παρέχοντας σταθερότητα και λειτουργικότητα (π.χ. κτίριο, γέφυρα).
Συνώνυμα
διάρθρωση οργάνωση κατασκευή κτίσμα οικοδόμημα σύνταξη πλαίσιο πλέγμα αρχιτεκτονική υποδομή σύστημα σύνθεση συγκρότημα μηχανισμός σχηματισμός σκελετός δόμηση σύσταση σύνταγμα φόρμα κτίριο διάταξη άρθρωση διαμόρφωση κτήριο σχήμα μορφή συμπλεγμα πλασμός δημιούργημα σχέδιο τάξη πλατφόρμα ουσία στρατηγική κέντρο δίκτυο μοτίβο
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η δομή του παλιού κτιρίου χρειάζεται ενίσχυση.
- Η δομή της εταιρείας άλλαξε μετά τη συγχώνευση.
- Στη γραμματική, η δομή της πρότασης καθορίζει τη σειρά των λέξεων.
- Πρέπει να βελτιώσουμε την δομή των δεδομένων στη βάση μας.
- Η δομή του DNA είναι θεμελιώδης για τη λειτουργία των κυττάρων.