συρροή
ουσιαστικό1. Συγκέντρωση μεγάλου αριθμού ανθρώπων ή πραγμάτων σε περιορισμένο χώρο ή σημείο.
2. Μαζική εισροή ή ροή ανθρώπων, επισκεπτών, οχημάτων ή πόρων προς ένα μέρος σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Συνώνυμα
συνάθροιση συγκέντρωση πλήθος εισροή συμφόρηση σύναξη συνέρρευση συνωθροισμός συνωστισμός συσσώρευση μάζα όχλος συγκέντρωμα συνέλευση μπουλούκι κύμα προσέλευση προσέλκυση σύγκλιση πολυκοσμία πλημμυρίδα σμήνος πληθώρα ποταμός καταιγισμός συστοιχία σωρός συλλογή κοπάδι ροή
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η συρροή κόσμου στην εκκλησία ήταν μεγαλύτερη από το αναμενόμενο.
- Κατά τη διάρκεια της γιορτής παρατηρήθηκε συρροή ανθρώπων στην πλατεία.
- Η συρροή περιστατικών γρίππης στο νοσοκομείο πίεσε το προσωπικό.
- Η συρροή ιδεών στη συζήτηση βοήθησε στη γρήγορη λύση του προβλήματος.
- Λόγω της συρροής των αιτήσεων, η διαδικασία αξιολόγησης πήρε περισσότερο χρόνο.