εκκαθάριση
ουσιαστικό1. Διαδικασία αφαίρεσης ή απομάκρυνσης αντικειμένων, υπολειμμάτων ή εμποδίων από έναν χώρο ή σύστημα.
2. Διαδικασία τακτοποίησης οικονομικών υποχρεώσεων και απαιτήσεων, κατά την οποία προσδιορίζονται, συμψηφίζονται και διεκπεραιώνονται συναλλαγές.
Συνώνυμα
καθαρισμός εκτελωνισμός συμψηφισμός ξεκαθάρισμα ξεμπέρδεμα ξεπούλημα καθάρισμα διαγραφή εκκένωση διακανονισμός τακτοποίηση εξόφληση ρευστοποίηση διάλυση εξυγίανση κάθαρση διευθέτηση απομάκρυνση επίλυση αποπληρωμή διεκπεραίωση εξολόθρευση περαίωση σκούπισμα απολύμανση εξόντωση σάρωση λύση αποσαφήνιση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πραγματοποιήθηκε εκκαθάριση της εταιρείας μετά την πτώχευση.
- Ο φορολογούμενος ζήτησε εκκαθάριση των οφειλών του από το δημόσιο.
- Η εκκαθάριση των εμπορευμάτων στο τελωνείο καθυστέρησε λόγω ελέγχων.
- Η τράπεζα ολοκλήρωσε την εκκαθάριση των συναλλαγών χθες το βράδυ.
- Το συνεργείο έκανε εκκαθάριση του χώρου πριν από την εκδήλωση.