φτιάξιμο
ουσιαστικόΗ διαδικασία ή η κατάσταση κατά την οποία κάτι κατασκευάζεται, διορθώνεται, ετοιμάζεται ή οργανώνεται.
Συνώνυμα
κατασκευή δημιουργία φτιάχσιμο διέγερση επιδιόρθωση επισκευή παρασκευή διαμόρφωση φτιάχτρα συλλογή πλάσιμο εργασία καλπάκι βελτίωση έξαψη ανάταση συμμάζεμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το φτιάξιμο του φαγητού κράτησε λιγότερο απ’ ό,τι περίμενα.
- Το φτιάξιμο της βρύσης έγινε σήμερα το πρωί.
- Χρειάζεται λίγο φτιάξιμο ακόμα το σπίτι πριν έρθουν οι καλεσμένοι.
- Το φτιάξιμο της διάθεσής του ήταν δύσκολο μετά τα άσχημα νέα.
- Μου αρέσει το φτιάξιμο των γλυκών τα Σαββατοκύριακα.