διάσπαση

ουσιαστικό

1. Διαδικασία ή αποτέλεσμα κατά το οποίο ένα σώμα, σύνολο ή σύστημα χωρίζεται σε μικρότερα μέρη ή στοιχεία.

2. Χημική ή φυσική διεργασία κατά την οποία ενώσεις, μόρια ή δομές αποσυντίθενται σε απλούστερα συστατικά ή σωματίδια.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η διάσπαση της προσοχής του μαθητή επηρέασε την επίδοσή του.
  • Στην οργανική χημεία, η διάσπαση των δεσμών παράγει μικρότερα μόρια.
  • Η διάσπαση του κόμματος προκάλεσε έντονες εσωτερικές διαμάχες.
  • Η διάσπαση του στρατιωτικού σχηματισμού επέτρεψε την περικύκλωση του εχθρού.
  • Η διάσπαση των αρχείων σε μικρά κομμάτια διευκόλυνε τη μεταφορά τους.