σμίξιμο
ουσιαστικό1. Η ένωση ή συνάντηση δύο ή περισσότερων προσώπων, πραγμάτων ή στοιχείων σε κοινό σημείο ή κατάσταση.
2. Η πράξη του να έρχονται κοντά και να συνδέονται άνθρωποι ή ομάδες μεταξύ τους.
Συνώνυμα
ένωση συνένωση σμίξη συνάθροιση σύναξη συνάσπισμα ανάμειξη μείξη μίξη επανένωση συνοχή συγκέντρωση μπολιάσμα ζευγάρωμα σμίλευση αγκαλιά συμβολή ενοποίηση συγχώνευση συρραφή
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το σμίξιμο των δύο ποταμών δημιουργεί μια όμορφη λίμνη.
- Το βραδινό σμίξιμο των φίλων έγινε σε ένα μικρό ταβερνάκι.
- Η μουσική ευνοεί το σμίξιμο διαφορετικών πολιτισμών.
- Το σμίξιμο της οικογένειας κάθε γιορτή μας γεμίζει χαρά.
- Το σμίξιμο των χρωμάτων στον πίνακα είναι εντυπωσιακό.