συντήρηση
ουσιαστικό1. Σύνολο ενεργειών και εργασιών που αποσκοπούν στο να κρατιέται ένα αντικείμενο, κτίριο, μηχάνημα ή σύστημα σε καλή κατάσταση, λειτουργικό και ασφαλές.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
παραμέληση εγκατάλειψη αποσύνθεση σάπισμα φθορά καταστροφή υποβάθμιση απαξίωση αχρησία διάλυση αφανισμός εξάλειψη καινοτομία κατανάλωση πειραματισμός θυσία αναθεώρηση ανατροπή απαλοιφή αποδόμηση εκσυγχρονισμός επανάσταση επαναφορά κατάλυση ξεπούλημα πρωτοπορία αλλαγή διαγραφή εκχώρηση μεταβίβαση διαφυγή εγχείρημα εκκαθάριση εκρίζωση νεωτερισμός
Παραδείγματα χρήσης
- Η συντήρηση του αυτοκινήτου γίνεται κάθε έξι μήνες.
- Η συντήρηση των ιστορικών μνημείων απαιτεί ειδικές τεχνικές.
- Πληρώσαμε για τη συντήρηση του ανελκυστήρα στο κτίριο.
- Η συντήρηση του λογισμικού περιλαμβάνει ενημερώσεις ασφαλείας.
- Η σωστή συντήρηση των τροφίμων παρατείνει τη φρεσκάδα τους.