ακυβερνησία

ουσιαστικό

1. Έλλειψη λειτουργικής κυβέρνησης ή διακυβέρνησης, κατάσταση στην οποία δεν υπάρχει σταθερή, αναγνωρισμένη ή αποτελεσματική κεντρική εξουσία για τη λήψη και εφαρμογή αποφάσεων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ακυβερνησία στη χώρα οδήγησε σε πρόωρες εκλογές.
  • Κατά τη θαλασσοταραχή το πλοίο έμεινε με πλήρη ακυβερνησία και κινδύνεψε.
  • Η ξαφνική αποχώρηση του διευθυντή δημιούργησε ακυβερνησία στην εταιρική διοίκηση.
  • Μετά το μεγάλο μπλακ άουτ επικρατούσε ακυβερνησία στους δρόμους της πόλης.
  • Η επιδημία αποκάλυψε την ακυβερνησία του συστήματος υγείας.