συνάθροιση
ουσιαστικό1. Συγκέντρωση προσώπων σε συγκεκριμένο χώρο για κοινή δραστηριότητα, εκδήλωση, συζήτηση ή διαμαρτυρία.
2. Πράξη ή αποτέλεσμα της συγκέντρωσης και συσσώρευσης στοιχείων, αντικειμένων ή πόρων σε ένα σημείο ή σύνολο.
Συνώνυμα
συγκέντρωση συνέλευση συναθροισμός συναγωγή σύναξη συνεδρίαση συρροή μάζωξη συσσώρευση συγκέντρωμα συσπείρωση μάζωμα προσέλευση συνάντηση διαδήλωση μπουλούκι πλήθος σμήνος συνδιάσκεψη σύνοδος όχλος γενέθλια εκδήλωση συνεδρία μάζα περίσταση σύσκεψη κινητοποίηση συνάρτηση σύγκλιση σμίξιμο συλλογή συνωστισμός κοσμοσυρροή συρφετός γλέντι εορτασμός παράταξη συγκρότημα συλλογικότητα συμπόσιο συνέδριο σύνθεση πάρτι εκκλησία σωρός κοινωνία λέσχη κοπάδι τάγμα καρτέλ πάτι συνδυασμός δεξίωση αγέλη γκρουπ πάρτυ πρόσθεση συμπαράταξη συμπόρευση συμφόρηση
Αντώνυμα
διάλυση διασκόρπιση αποσυγκέντρωση εκκένωση διασπορά διάσπαση αποχώρηση ερήμωση διασκορπισμός σκόρπισμα μοναξιά αραιότητα απομάκρυνση άτομο μονάδα
Παραδείγματα χρήσης
- Η συνάθροιση κόσμου στην πλατεία ήταν ειρηνική.
- Η συνάθροιση των εθελοντών ξεκίνησε νωρίς το πρωί.
- Η συνάθροιση δεδομένων από πολλές πηγές βελτίωσε την ανάλυση.
- Μια μεγάλη συνάθροιση αντικειμένων βρέθηκε στην αποθήκη.
- Η συνάθροιση συναισθημάτων δημιούργησε ένταση στην ομάδα.