φθορά
ουσιαστικό1. Διαδικασία ή αποτέλεσμα της σταδιακής απώλειας ύλης, αντοχής ή λειτουργικότητας ενός αντικειμένου λόγω χρήσης, χρόνου, τριβής ή χημικής δράσης.
Συνώνυμα
παρακμή αλλοίωση ζημιά ζημία αποσύνθεση σάπισμα διάβρωση εκφύλιση παλαίωση καταπόνηση χάλασμα διαφθορά υποβάθμιση έκπτωση απομείωση κατάπτωση μαρασμός τριβή σήψη καταστροφή διάλυση απώλεια εκφθορά ανηθικότητα βλάβη εξάντληση εξασθένηση εξασθένιση θραύση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η φθορά του κινητήρα έγινε ορατή μετά από χρόνια χρήσης.
- Η συνεχής έκθεση στον ήλιο προκάλεσε φθορά στο χρώμα της πρόσοψης.
- Η πολιτική κρίση οδήγησε σε φθορά της εμπιστοσύνης των πολιτών.
- Η χρόνια ασθένεια επιτάχυνε τη φθορά των αρθρώσεών του.
- Η φθορά του χρόνου έγινε εμφανής στα παλιά χειρόγραφα.