σπάσιμο

ουσιαστικό

1. Διαδικασία ή αποτέλεσμα κατά το οποίο υλικό ή αντικείμενο χωρίζεται σε δύο ή περισσότερα μέρη λόγω εφαρμογής δύναμης, κρούσης ή καταπόνησης, συχνά με σχηματισμό ρωγμής και απελευθέρωση θραυσμάτων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το σπάσιμο του ποτηριού έγινε κατά λάθος.
  • Το σπάσιμο του ρεκόρ ενθουσίασε τον κόσμο.
  • Το σπάσιμο του πάγου στη συνάντηση βοήθησε τους συμμετέχοντες να χαλαρώσουν.
  • Το σπάσιμο της συμφωνίας προκάλεσε διπλωματικό επεισόδιο.
  • Το σπάσιμο της ρουτίνας έκανε το ταξίδι πιο ευχάριστο.