επιδιόρθωση

ουσιαστικό

Ενέργεια ή διαδικασία που αποσκοπεί στην απομάκρυνση βλαβών, ελαττωμάτων ή φθορών από ένα αντικείμενο, εξοπλισμό ή κατασκευή, ώστε να επανέλθει σε σωστή λειτουργία, δομική ακεραιότητα ή εμφάνιση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η επιδιόρθωση του κινητού στοίχισε περισσότερο από όσο περίμενα.
  • Η επιδιόρθωση του αυτοκινήτου κράτησε τρεις μέρες.
  • Η επιδιόρθωση του παλτού έγινε από τη ράφτρα.
  • Η επιδιόρθωση του σφάλματος απαιτούσε αλλαγές στον κώδικα.
  • Η επιδιόρθωση της στέγης είναι προτεραιότητα πριν τον χειμώνα.