τακτοποίηση
ουσιαστικό1. Διαδικασία ή αποτέλεσμα κατά την οποία αντικείμενα, χώροι ή στοιχεία τίθενται σε τάξη ώστε να εξαλειφθεί η αταξία και να διευκολυνθεί η χρήση τους.
Συνώνυμα
διευθέτηση ρύθμιση διακανονισμός οργάνωση τοποθέτηση εγκατάσταση νομιμοποίηση κανονικοποίηση εκκαθάριση διαρρύθμιση διάταξη συμμάζεμα ξεκαθάρισμα καθάρισμα διεκπεραίωση ξεμπέρδεμα αποκατάσταση επίλυση εξόφληση ευταξία καθαριότητα συμφιλίωση συνδιαλλαγή συνεννόηση τάξη διαπραγμάτευση αποζημίωση αποπληρωμή ευθυγράμμιση καθαρισμός προσαρμογή συμπλήρωση συστηματικότητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η τακτοποίηση του σαλονιού πήρε ολόκληρο το πρωινό.
- Η τακτοποίηση των εγγράφων στο γραφείο χρειάζεται προσοχή.
- Η τακτοποίηση της ιδιοκτησίας στο συμβολαιογραφείο ολοκληρώθηκε χθες.
- Η τακτοποίηση των οφειλών έγινε σε δόσεις.
- Η τακτοποίηση του προσωπικού μετά τη συγχώνευση καθυστέρησε μήνες.
- Η τακτοποίηση των φορολογικών εκκρεμοτήτων απαιτεί χαρτιά και υπομονή.