παράσταση
ουσιαστικό1. Οργανωμένη παρουσίαση θεατρικού έργου ή άλλου σκηνικού δρώμενου μπροστά σε κοινό, με ηθοποιούς, σκηνικά, φωτισμό και σκηνοθετική δομή.
Συνώνυμα
θέαμα σόου έκφραση εκπροσώπηση δρώμενο διαμαρτυρία θεατρικό ρεσιτάλ συναυλία εκτέλεση ερμηνεία εμφάνιση παρουσίαση αναπαράσταση απεικόνιση αντιπροσώπευση επίδειξη υποκριτική νούμερο εικόνα έργο τσίρκο προβολή παραγωγή φιέστα διαδήλωση θέατρο απόδοση αναπαραγωγή συγκέντρωση υπερπαραγωγή επίδοση εκπομπή θέα περιγραφή εκδήλωση σκηνικό κωμωδία πυροτέχνημα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η παράσταση άρχισε στις εννέα το βράδυ.
- Οι ηθοποιοί έδωσαν εξαιρετική παράσταση.
- Η παράσταση του ήρωα στο έργο ήταν ρεαλιστική.
- Στα μαθηματικά, η αλγεβρική παράσταση απλοποιήθηκε σε μία συντομότερη μορφή.
- Ο δήμος οργάνωσε παράσταση διαμαρτυρίας έξω από τα γραφεία της εταιρείας.