επισκευή
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή διαδικασία αποκατάστασης φθορών, βλαβών ή ελλείψεων σε αντικείμενα, εγκαταστάσεις ή συσκευές ώστε να επανέλθουν στην κανονική λειτουργία ή κατάσταση.
Συνώνυμα
επιδιόρθωση διόρθωση αποκατάσταση συντήρηση ανακαίνιση σέρβις επανόρθωση φτιάξιμο μπάλωμα μπαλωμάρα αλλαγή ανανέωση επαναφορά
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η επισκευή του αυτοκινήτου θα διαρκέσει δύο ημέρες.
- Το διαμέρισμα χρειάζεται σοβαρή επισκευή πριν μετακομίσουμε.
- Πληρώσαμε πολλά για την επισκευή της ηλεκτρικής κουζίνας.
- Ο τεχνικός πρότεινε άμεση επισκευή για το μηχάνημα, αλλιώς θα χαλάσει εντελώς.
- Οι επισκευές στο παλιό κτίριο προχωρούν σύμφωνα με το σχέδιο.