εκμηδένιση

ουσιαστικό

1. Διαδικασία ή αποτέλεσμα της μετατροπής ενός μεγέθους, μιας ιδιότητας ή μιας κατάστασης σε μηδέν ή της πλήρους ακύρωσης της παρουσίας, της αξίας ή της ισχύος ενός πράγματος.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στην άλγεβρα, η εκμηδένιση μιας μεταβλητής σημαίνει ότι παίρνει την τιμή μηδέν.
  • Πριν παραδώσουμε τον υπολογιστή, πραγματοποιήσαμε την εκμηδένιση των σκληρών δίσκων.
  • Ο σεισμός προκάλεσε την σχεδόν πλήρη εκμηδένιση του χωριού.
  • Η απόφαση του δικαστηρίου οδήγησε στην εκμηδένιση του προηγούμενου συμβολαίου.
  • Η συνεχής κριτική προκάλεσε την εκμηδένιση της αυτοεκτίμησής της.