δημιουργία
ουσιαστικό1. Διαδικασία ή ενέργεια κατά την οποία κάτι νέο προκύπτει μέσω σύλληψης, σχεδιασμού και υλοποίησης σε ιδέα, μορφή ή υλικό αντικείμενο.
2. Αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας — το δημιούργημα, έργο ή αντικείμενο που έχει προκύψει.
Συνώνυμα
δημιούργημα γένεση κτίση παραγωγή κατασκευή σύνθεση σχηματισμός εφεύρεση έργο προϊόν πλάσμα τέχνημα τεχνούργημα παρασκευή γέννηση χειροτεχνία σύσταση σύλληψη ποιήμα φτιάξιμο σχηματοποίηση καλλιέργημα οικοδόμημα αποτέλεσμα τέχνη ποίηση γέννα ανάπτυξη μυθοπλασία δημιουργικότητα διαμόρφωση καταχώρηση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η δημιουργία του έργου ολοκληρώθηκε.
- Η δημιουργία του πίνακα εκτίθεται στο μουσείο.
- Η δημιουργία του κόσμου αποτελεί θέμα πολλών μύθων και θρησκειών.
- Η δημιουργία νέων ιδεών ενισχύει την καινοτομία στις επιχειρήσεις.
- Η δημιουργία μιας εταιρείας απαιτεί νομικές και οικονομικές διαδικασίες.