αποδόμηση

άλλο

1. Η διαδικασία κατά την οποία κάτι διασπάται, αποσυναρμολογείται ή χάνει τη συνοχή και τη δομή του.

2. Η ανάλυση ενός συνόλου στα επιμέρους στοιχεία του για κατανόηση, ερμηνεία ή κριτική εξέταση.

Συνώνυμα

αποσύνθεση διάλυση αποσυναρμολόγηση κατεδάφιση κριτική αμφισβήτηση υπονόμευση απομυθοποίηση ξεμοντάρισμα ανάλυση διάσπαση θρυμματισμός καταστροφή διάβρωση αναίρεση εκμηδένιση γκρέμισμα εξάρθρωση

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στη φιλοσοφία, η αποδόμηση ενός κειμένου αποκαλύπτει κρυφές αντιφάσεις.
  • Η αποδόμηση των παραδοσιακών κοινωνικών ρόλων επηρεάζει τις νέες γενιές.
  • Στο περιβάλλον, η αποδόμηση των οργανικών υπολειμμάτων επιστρέφει θρεπτικά στοιχεία στο έδαφος.
  • Στα μαθηματικά, η αποδόμηση ενός πίνακα σε ιδιοτιμές απλοποιεί τους υπολογισμούς.
  • Στον κινηματογράφο, η αποδόμηση της ηρωικής φιγούρας δημιούργησε πιο σύνθετους χαρακτήρες.