κατασκευή
ουσιαστικό1. Στερεή ή αρθρωτή δομή από υλικά και μέρη που εξυπηρετεί συγκεκριμένη λειτουργία ή σκοπό, όπως κτίριο, γέφυρα ή μηχανική συσκευή.
Συνώνυμα
κτίριο κτίσμα οικοδόμημα κατασκεύασμα φτιάξιμο έργο δημιούργημα τεχνούργημα τεχνίτημα εφεύρεση επινόηση συσκευή μηχάνημα διάταξη εγκατάσταση προϊόν έργασμα δημιουργία δομή μηχανισμός παράγκα χειροτεχνία εφεύρημα κτήριο οικοδομή στήσιμο συναρμολόγηση παραγωγή παρασκευή ναυπήγημα μηχανή σύστημα παράπηγμα πλεκτάνη σύνθεση υλοποίηση διάρθρωση διαμόρφωση
Αντώνυμα
καταστροφή κατεδάφιση γκρέμισμα αποσυναρμολόγηση κατάρρευση διάλυση αποδόμηση συντριβή ισοπέδωση σχεδίαση αφάνισμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κατασκευή του νέου γεφυριού ολοκληρώνεται.
- Για την κατασκευή του μοντέλου χρειάστηκαν λεπτομερή σχέδια.
- Η κατασκευή δρόμων απαιτεί προγραμματισμό και πόρους.
- Αποδείχτηκε ότι όλη η ιστορία ήταν μια κατασκευή.
- Η γραμματική κατασκευή της πρότασης είναι σωστή.