κατασκευή

ουσιαστικό

1. Στερεή ή αρθρωτή δομή από υλικά και μέρη που εξυπηρετεί συγκεκριμένη λειτουργία ή σκοπό, όπως κτίριο, γέφυρα ή μηχανική συσκευή.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η κατασκευή του νέου γεφυριού ολοκληρώνεται.
  • Για την κατασκευή του μοντέλου χρειάστηκαν λεπτομερή σχέδια.
  • Η κατασκευή δρόμων απαιτεί προγραμματισμό και πόρους.
  • Αποδείχτηκε ότι όλη η ιστορία ήταν μια κατασκευή.
  • Η γραμματική κατασκευή της πρότασης είναι σωστή.