συλλογή
ουσιαστικό1. Σύνολο αντικειμένων, έργων ή στοιχείων που έχουν συγκεντρωθεί και διατηρούνται με σκοπό την έκθεση, τη μελέτη ή την ιδιωτική κατοχή.
2. Σύνολο κειμένων, ποιημάτων, μουσικών έργων ή δημιουργιών που παρουσιάζονται ως ενότητα.
Συνώνυμα
ανθολογία κολεξιόν συγκέντρωση ψυχραιμία αυτοσυγκράτηση μάζωμα ανθολόγιο συνάθροιση μάζεμα συσσώρευση σύνολο κατάλογος αρχείο ρεπερτόριο ηρεμία γαλήνη συγκράτηση άλμπουμ λήψη καταγραφή σετ συναγωγή είσπραξη μάζωξη συνολότητα συρροή επιλογή σιωπή βιβλίο σειρά μουσείο σουίτα βίβλος αποθετήριο απόκτηση βιβλιοθήκη κτήση παραλαβή σύναξη αρχειοθήκη τόμος φτιάξιμο
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η συλλογή του μουσείου περιλαμβάνει έργα του 19ου αιώνα.
- Η συλλογή γραμματοσήμων του παιδιού μεγαλώνει κάθε χρόνο.
- Η συλλογή δεδομένων για την έρευνα πρέπει να είναι συστηματική και αξιόπιστη.
- Ο οργανισμός ξεκίνησε τη συλλογή χρημάτων για τους πληγέντες.
- Διάβασα τη νέα συλλογή ποιημάτων της αγαπημένης μου ποιήτριας.