παράταξη
ουσιαστικό1. Οργανωμένη ομάδα ή σύνολο προσώπων που συγκροτούνται γύρω από κοινές πολιτικές, ιδεολογικές ή κοινωνικές απόψεις και επιδιώκουν συλλογικούς στόχους.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η παράταξη παρουσίασε το νέο της πρόγραμμα στην προεκλογική συγκέντρωση.
- Η παράταξη των στρατιωτών κατά την παρέλαση ήταν εντυπωσιακή.
- Ο προπονητής ανακοίνωσε την παράταξη της ομάδας για τον αποψινό αγώνα.
- Κάθε παράταξη υπερασπίστηκε σθεναρά τη θέση της στη δημόσια συζήτηση.
- Η παράταξη των βιβλίων στο ράφι διευκόλυνε την αναζήτηση.