δημιούργημα
ουσιαστικό1. Αντικείμενο ή αποτέλεσμα που προκύπτει από δημιουργική ή παραγωγική διαδικασία, κατασκευασμένο, συντεθειμένο ή επινοημένο από άνθρωπο ή ομάδα.
Συνώνυμα
έργο πλάσμα δημιουργία προϊόν κατασκεύασμα κατασκευή παραγωγή εφεύρημα έργασμα καλλιτέχνημα τεχνούργημα σκεύασμα παράγωγο εφεύρεση χειροτεχνία επινόηση αντικείμενο γλυπτό πίνακας μοντέλο αντίτυπο τέκνο φιλμ δομή
Αντώνυμα
καταστροφή ανυπαρξία εξαφάνιση διάλυση κατεδάφιση κατάργηση αφαίρεση αποσύνθεση αποσυναρμολόγηση φθορά βλάβη ερείπιο κενό σκουπίδι
Παραδείγματα χρήσης
- Το δημιούργημα του ζωγράφου κρέμεται στο μουσείο.
- Το νέο δημιούργημα της εταιρείας υπόσχεται να αλλάξει την καθημερινότητα.
- Το τελευταίο του βιβλίο θεωρείται δημιούργημα της σύγχρονης λογοτεχνίας.
- Αυτό το τοπίο μοιάζει με δημιούργημα της φύσης.
- Πιστεύει ότι κάθε παιδί είναι δημιούργημα των επιλογών των γονέων.